BY: Βίκυ Κυριαζή

Νέος σύντροφος και παιδιά

Στην αρχή η δημιουργία οικογένειας/ απόκτηση παιδιών, μετά η κρίση, πιο μετά η προσαρμογή στη μονογονεϊκότητα… Και κάπου εκεί, στο τέλος της τρίτης πράξης της ζωής των μονογονεϊκών οικογενειών συχνά έρχεται στη ζωή του μόνου γονιού ένας νέος άνθρωπος, κάποιος που δίνει στη μόνη μητέρα ή στο μόνο πατέρα, την υπόσχεση ότι μπορεί να τα καταφέρει να σταθεί δίπλα τους, ως μέρος του μικρού τους οικογενειακού συστήματος.
Πολλοί γονείς στο σημείο αυτό είτε αρνούνται από φόβο να εμπλακούν σε μια νέα σχέση, είτε δυσκολεύονται πάρα πολύ να διαχειριστούν την αμφιθυμία που τους προκαλεί από τη μια η ανάγκη να συνυπάρξουν συντροφικά με κάποιον ενήλικα και από την άλλη η πεποίθηση τους ότι το μόνο που μπορεί να κάνει πιο υποφερτή τη δύσκολη ζωή τους είναι η σχέση με το παιδί και η αφοσίωσή τους σε αυτή. Φυσικά η πεποίθηση αυτή, από την οποία τροφοδοτείται και μια αίσθηση παντοδυναμίας κυρίως στις μόνες μητέρες, υποστηρίζεται στο μέγιστο βαθμό κι από το κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο δυστυχώς πολλές φορές προβλέπει και αποδέχεται περιορισμένες εναλλακτικές που θεωρούνται «κατάλληλες» για μόνους γονείς.
Έτσι, συχνά νέοι μόνοι γονείς αναφέρουν ότι «είμαι τα πάντα για το παιδί μου» και μέσα σε αυτήν τη φράση περικλείονται άπειρα συναισθήματα. Η μεγαλύτερη παγίδα σε αυτήν τη στάση, που πολλοί μονο-γονείς υιοθετούν, είναι μια σχέση που έχει ήδη δημιουργηθεί την περίοδο της διαπραγμάτευσης της νέας πραγματικότητας της οικογένειας, δηλαδή της μονογονεϊκότητας. Η νέα αυτή σχέση, η νέα αυτή «δυάδα» είναι ένα «ζεύγος γονέα-παιδιού», που είναι μια πολύ διαφορετική μορφή σχέσης από το συνήθη σύνδεσμο γονέα-παιδιού. Η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ισότητα και πιο συχνή αλληλεπίδραση και δίνει την αίσθηση και στα δύο μέρη ότι δεν χωράει τρίτος άνθρωπος ανάμεσά τους. Το παιδί γίνεται ένας σύντροφος που επιτρέπει στο γονέα να βιώσει την ανάγκη του για «δύο», γεγονός που ικανοποιεί τη φαντασίωση του γονέα, ιδιαίτερα αν έχει προηγηθεί ένα διαζύγιο, αποτέλεσμα συγκρούσεων και βίας.
Και οι δικαιολογίες που έρχονται στην επιφάνεια, λίγο πολύ είναι αναμενόμενες και σίγουρα κατανοητές. Οι γυναίκες που τολμούν να συνδεθούν με κάποιον νέο άνθρωπο, συνήθως κρατούν τη σχέση τους μακριά από τα παιδιά σκεφτόμενες «πάνω απ’όλα είμαι μητέρα», «πόσους ‘πατέρες’ θα γνωρίσουν τα παιδιά μου», και συχνά αναφέρουν ότι φοβούνται μην πληγωθεί το παιδί, έχουν ενοχές, ανησυχούν μήπως δεν είναι καλές μητέρες βάζοντας τα παιδιά τους μπροστά σε τόσες προκλήσεις της ζωής, φοβούνται ότι ο νέος σύντροφος θα μπει ανάμεσα σε εκείνες και το παιδί….. Σε περιπτώσεις μόνων μητέρων που έχουν χηρέψει, ο δισταγμός να προχωρήσει η γυναίκα τη ζωή της αυξάνεται, σε μια προσπάθεια να κρατηθεί για πάντα ζωντανή η εικόνα του απόντος πατέρα. Συχνά αφηγούνται ότι θυσιάζονται για αυτόν το σκοπό, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να στερούν από τα παιδιά τη φυσική παρουσία, ενός άνδρα/πατέρα και υποβάλλονται σε μια συναισθηματική στέρηση που δυσκολεύει την ίδια τη δική τους ψυχική κατάσταση, που ούτως ή άλλως από το βίαιο αποχωρισμό και το πένθος είναι επιβαρυμένη.
Οι άντρες από την άλλη, διστάζουν λιγότερο να παρουσιάσουν τη νέα τους σύντροφο στα παιδιά τους. Εξάλλου, για τους πατέρες που δεν έχουν την επιμέλεια των παιδιών τα πράγματα είναι ευκολότερα, καθώς ζουν με τα παιδιά λιγότερο χρόνο. Από την άλλη, ακόμη κι αν ζουν με τα παιδιά, στις μονογονεϊκές οικογένειες με μονο-γονέα πατέρα, σχεδόν πάντα συμμετέχει στην ανατροφή του παιδιού μια «μητρική» παρουσία (υποκατάστατο), εξαιτίας των πρακτικών θεμάτων στην ανατροφή των παιδιών.
Τι γίνεται όμως, όταν ο μόνος γονιός έχει αποφασίσει να αφουγκραστεί τις ανάγκες του και να διεκδικήσει το δικαίωμα σε νέες αρχές; Ποιες είναι οι δυσκολίες που καλείται να υπερβεί και ακόμα…. τι γίνεται όταν αυτός που περισσότερο αντιδρά στην παρουσία νέου συντρόφου στη ζωή του μόνου γονιού είναι το ίδιο το παιδί ή τα παιδιά του;
Η Κ., έφηβος σήμερα, θυμάται την περίοδο που η μητέρα της έφερε το νέο της σύντροφο στο σπίτι για να συγκατοικήσουν. Η Κ. ήταν τότε 6 ετών και η μητέρα της την είχε προετοιμάσει για την έλευση του Σ. «Ο Σ. απ’ό,τι θυμάμαι στην αρχή ήταν συμπαθητικός. Πριν έρθει σπίτι, βγαίναμε συχνά για φαγητό, βρισκόμασταν στο λούνα παρκ και πηγαίναμε μαζί εκδρομές. Και η μαμά μου ήταν σίγουρα πιο χαρούμενη από πριν. Όταν όμως ήρθε να μείνει στο σπίτι, με πείραζε που κοιμόταν με τη μαμά μου, όταν ξυπνούσα και πήγαινα στο κρεβάτι της, εκείνη με γυρνούσε στο δωμάτιο μου. Τα βράδια άρχισα να βήχω, να θέλω γάλα, να με πονάει το κεφάλι μου και η κοιλιά μου και γενικά νομίζω ήμουν συνέχεια πολύ ‘άρρωστη’»
Το παιδί έχει πολλούς λόγους να ζηλεύει και να εναντιώνεται στο να μπει o νέος σύντροφος του γονιού στο μικρό τους σύστημα. Συχνά είναι οι ίδιες οι μητέρες που δυσκολεύονται να εκχωρήσουν αρμοδιότητες στο νέο σύντροφο και έτσι υπάρχει μεγάλη δυσκολία να βρει ο καθένας το ρόλο του. Ή ακόμα μπορεί οι νέοι σύντροφοι να προχωρούν πολύ γρήγορα στην ανάληψη γονεϊκού ρόλου κάτι που γεννάει την αντίσταση και την καχυποψία από την πλευρά των παιδιών. Από την άλλη, η είσοδος στη ζωή του γονιού ενός νέου συντρόφου, φέρνει το παιδί σε επαφή με την οδυνηρή πραγματικότητα του οριστικού τέλους της σχέσης των γονιών του. Άλλωστε, πολλά παιδιά σε αυτήν τη φάση ίσως νιώσουν ότι «προδίδουν» τον άλλον γονιό (είτε ζει είτε έχει πεθάνει), αν αποδεχτούν τη νέα σχέση του ενός γονιού τους ή ακόμα φοβούνται ότι αυτή η νέα κατάσταση θα απομακρύνει και τα ίδια περισσότερο από το γονιό με τον οποίο δεν κατοικούν μαζί. Πολλές φορές βέβαια, είναι ο ίδιος ο «άλλος γονιός» ή το περιβάλλον του γονέα που έχει πεθάνει που δε δίνει την «συγκατάθεσή» του στο παιδί να αποδεχτεί το νέο σύντροφο του μονογονέα. Τέλος, πρακτικά και πολύ απλά τα παιδιά φοβούνται ότι θα χάσουν το μονοπώλιο της αγάπης και του χρόνου του γονιού, που συχνά αποτελεί το μόνο τους στήριγμα.
Πού θα οδηγήσει όμως αυτή η νέα σχέση «ζεύγους γονέα-παιδιού», όπως είπαμε, όπου παιδιά και μονογονέας υπερ-εμπλέκονται συναισθηματικά, όπου δημιουργούνται δεσμοί αποκλειστικότητας και αμοιβαίας εξάρτησης και κάθε σύγκρουση ή διαφωνία εκλαμβάνεται από το γονιό ως κάτι ανυπόφορο και από το παιδί ως έλλειψη αγάπης;
Το πώς, πόσο και πότε θα ενταχθεί ο νέος σύντροφος του μονογονέα στη ζωή του παιδιού, είναι κάτι που θα πρέπει να εξετάζεται πολύ εξατομικευμένα και λαμβάνοντας υπ’όψιν όλους τους παραπάνω γενικούς προβληματισμούς, αλλά και ιδιαίτερους παράγοντες που σχετίζονται με την ηλικία του παιδιού, με τη φάση ζωής της οικογένειας, αλλά κυρίως με το τι έρχεται αυτός ο νέος σύντροφος να αντιπροσωπεύσει στην οικογένεια και ποιος είναι ο ρόλος που θα του δοθεί. Είναι ο άνθρωπος που θα εμπλουτίσει την οικογενειακή πραγματικότητα ή θεωρείται εισβολέας; Συχνά είναι και οι νέοι σύντροφοι πολύ μπερδεμένοι στη νέα αυτή πρόκληση ,κυρίως όταν η μητέρα δεν έχει ξεκαθαρίσει μέσα της, αν αυτός ο άνθρωπος θα «γίνει πατέρας» για τα παιδιά της, αν θα αντικαταστήσει ένα πολύ αρνητικό πρότυπο που το παιδί έχει βιώσει ως πατρικό, αν θα καλύψει ένα ρόλο που ποτέ δεν υπήρχε στην οικογένεια, ή αν θα γίνει εκείνος ο άνθρωπος που διακριτικά και με σεβασμό θα συνδεθεί με το παιδί με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό απ’ότι ο πατέρας που υπάρχει και είναι φυσικά και συναισθηματικά πολύ παρών. Από την άλλη, και οι νέες σύντροφοι των μονο-πατέρων, τις περισσότερες φορές απέχουν πολύ από το πρότυπο της «κακιάς μητριάς» που έχουμε γνωρίσει στα παραμύθια.
Πριν τη διαδικασία ένταξης του νέου συντρόφου στο οικογενειακό σύστημα της μονογονεϊκής οικογένειας, ο μονο-γονιός καλείται να έχει διαχειριστεί τις ενοχές του, ιδίως αν ήταν δική του απόφαση να γίνει μονογονέας και να είναι έτοιμος/-η να αφήσει το αίσθημα «παντοδυναμίας» με το οποίο τον/την έχει επιφορτίσει ο ρόλος αυτός. Με τρόπο που η ηλικία του παιδιού το επιτρέπει κάθε φορά, ο μόνος γονιός πρέπει να αγγίξει όλους αυτούς τους προβληματισμούς που πιθανόν να δημιουργούν την αρνητική στάση του παιδιού απέναντι στην πιθανότητα του νέου συντρόφου και να ξεδιαλύνει στο παιδί με ειλικρίνεια και σαφήνεια όλους τους φόβους και τις ανασφάλειες του σε σχέση με αυτό.
Σε κάθε περίπτωση, μια τριαδική κατάσταση, όπου αποδυναμώνεται η σχέση «ζεύγους γονέα-παιδιού» και το παιδί απαλλάσσεται από να είναι ταυτόχρονα και παιδί και σύντροφος της μητέρας ή του πατέρα, είναι προτιμότερη, ιδίως όταν το παιδί είναι 5 ετών και άνω. Κλινικά, έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά είναι ανακουφισμένα μακροπρόθεσμα όταν ο γονιός δρα ως ένα ανεξάρτητο ενήλικο άτομο, κοινωνικά και σεξουαλικά ενεργό, όταν το παιδί δει το νέο σύντροφο όχι ως αντικατάσταση κάποιου αλλά ως άτομο που προστίθεται στη ζωή του.
Κυρίως σε περιπτώσεις εφήβων, η άρνηση να δεχτούν το νέο σύντροφο της μητέρας ή του πατέρα, είναι ίσως αναμενόμενη και περισσότερο έχει να κάνει με τη διαδικασία της πρόκλησης και της σύγκρουσης με το γονιό, αναπτυξιακά απαραίτητο μοτίβο, παρά με την ουσία του θέματος της αποδοχής ή όχι του νέου συντρόφου. Έτσι, ο γονιός σε αυτήν την περίπτωση καλείται να επιτρέψει και να αντέξει την αμφισβήτηση, φεύγοντας από τη λογική «ζεύγους γονέα-παιδιού». Ο έφηβος με τον τρόπο αυτό βοηθιέται να ανεξαρτητοποιηθεί από το βάρος της φροντίδας της σχέσης αυτής, σταδιακά ανεξαρτητοποιείται και αναπτύσσεται ομαλά.
Σε γενικές γραμμές και αναγνωρίζοντας ότι κάθε περίπτωση περιγράφεται από τις δικές της μοναδικές συνθήκες, θα λέγαμε ότι στη διαδικασία ένταξης ενός νέου συντρόφου στη ζωή του μονο-γονέα και των παιδιών του, όταν ληφθούν υπ’όψιν όλα τα «μέτρα ασφαλείας» δε διαταράσσεται το παιδί, αντίθετα απελευθερώνεται και βοηθιέται να επανακτήσει τη θέση του ως παιδιού, βοηθιέται να συγκροτηθεί ψυχικά. Με αυτήν τη σκέψη, το «δίλλημα σύντροφος ή παιδί», που φαίνεται να ενοχοποιεί τους μονο-γονείς δεν υφίσταται πραγματικά ή είναι πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμο, καθώς η αντίληψη ότι το ένα αποκλείει το άλλο σχετίζεται με όσα είπαμε παραπάνω, με φόβους και ανασφάλειες τόσο από την πλευρά του γονέα, όσο και των παιδιών. Άλλωστε, ναι μεν η καλύτερη ένδειξη οικογενειακής υγείας είναι η ψυχική κατάσταση των παιδιών αλλά και η μεγαλύτερη υπόσχεση ευτυχίας είναι το πόσο ήρεμοι, πλήρεις και δημιουργικοί είναι οι γονείς, γεγονός που βοηθάει και τα παιδιά να δουν θετικά την ίδια την πορεία της δικής τους ζωής.